ευμεταχείριστος

-η, -ο (ΑΜ εὐμεταχείριστος, -ον)
1. (για πρόσ.)
1. αυτός τον οποίο μεταχειρίζεται κάποιος εύκολα, ο ευκολομεταχείριστος, αυτός που κυβερνιέται εύκολα, ο βολικός («οἱ δἐ ἄδικοι ἐπεβούλευον ὡς εὐμεταχειρίστῳ ὄντι», Ξεν.)
2. (για πράγματα) αυτός τον οποίο μεταχειρίζεται κάποιος εύκολα, ο εύχρηστος («λόγος εὐμεταχειριστότερος», Ισοκρ.)
3. αυτός τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος εύκολα.
επίρρ...
εὐμεταχειρίστως (Α)
με τρόπο ευκολομεταχείριστο, βολικά, με επιδεξιότητα («εὐμεταχειρίστως τῇ ἀσπίδι χρῆσθαι», Φιλόστρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μετα-χειρίζομαι (πρβλ. α-μετα-χείριστος, δυσ-μετα-χείριστος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐμεταχείριστος — manageable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταχειριστότερον — εὐμεταχείριστος manageable adverbial comp εὐμεταχείριστος manageable masc acc comp sg εὐμεταχείριστος manageable neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταχειρίστως — εὐμεταχείριστος manageable adverbial εὐμεταχείριστος manageable masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταχείριστον — εὐμεταχείριστος manageable masc/fem acc sg εὐμεταχείριστος manageable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταχειριστοτέρου — εὐμεταχείριστος manageable masc/neut gen comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταχειρίστοις — εὐμεταχείριστος manageable masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταχειρίστου — εὐμεταχείριστος manageable masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταχειρίστους — εὐμεταχείριστος manageable masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταχειρίστων — εὐμεταχείριστος manageable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμεταχειρίστῳ — εὐμεταχείριστος manageable masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.